Η Ίρις απαριθμεί περίπου 300 είδη ριζωματωδών και βολβοδών αυτοφυών φυτών, σε πάρα πολλά μέρη της χώρας μας. Τα φυτά αυτά παρουσιάζουν συνήθως μια βεντάλια από ξιφοειδή, γυαλιστερά ή θαμπά φύλλα, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου. Τα περισσότερα είδη ανθίζουν στα τέλη της άνοιξης ή στις αρχές του καλοκαιριού. Τα ριζωματώδη είδη διαιρούνται σε τρία μέρη: τις Γενειοφόρες ίριδες ή Πωγωνίριδες (Pogoniris), τις μη γενειοφόρες ή Απωγωνίριδες (Apogoniris) και τις λοφιοφόρες ή Εβανσία (Evansia). Με τη σειρά τους όλα περιλαμβάνουν διάφορες ομάδες φυτών με τα αντίστοιχα ποικίλα χαρακτηριστικά τους. Τα βολβώδη είδη κατατάσσονται σε ένα μόνο τμήμα που διαιρείται σε τρία υποτμήματα: Γούνο (Juno), Δικτυωτό (Reticulata) και Ξιφίον (Xyphium) – συνώνυμο Γυνανδροίρις (Gynandriris).
Οι Επίσπερμες (Allirate), γενειοφόρες ίριδες της ομάδας Ογκόκυκλος (Oncocyclus), πρέπει να ποτίζονται σε αραιά διαστήματα το χειμώνα, ενώ το χώμα τους πρέπει να διατηρείται στεγνό από τα τέλη της ανθοφορίας έως τον Οκτώβριο. Οι Επίσπερμες γενειοφόρες ίριδες της ομάδας Ρεγελία (Regelia) καλλιεργούνται σε ηλιόλουστες θέσεις και σε εύφορο και ελαφρά ασβεστώδες χώμα με καλή στράγγιση. Οι μη γενειοφόρες ίριδες που ανήκουν στο υποτμήμα Καλιφορνικό καλλιεργούνται σε μερικώς σκιαζόμενες θέσεις και μη ασβεστώδες χώμα. Οι μη γενειοφόρες ίριδες που ανήκουν στο υποτμήμα Εξάγωνο (Hexagona) καλλιεργούνται σε υγρά εδάφη, πλούσια σε οργανικές ουσίες, ενώ αυτές των υποτμημάτων Ομαλό (Laevigata) και Σιβηρικό (Sibirica), σε ηλιόλουστες τοποθεσίες κοντά ή μέσα σε νερό. Οι λοφιοφόρες, με τη σειρά τους, φύονται σε υγρά, μη ασβεστώδη εδάφη, πλούσια σε οργανικές ουσίες. Οι βολβώδεις, από την άλλη, της ομάδας Γούνο, πρέπει να δέχονται επαρκές νερό το χειμώνα και εκθετικά μέχρι τον Ιούνιο, όπου τα φυτά κιτρινίζουν και αρχίζει η περίοδος αναπαύσεως. Οι βολβώδεις του τμήματος Δικτυωτό σε ελαφρό, ασβεστώδες, καλά στραγγιζόμενο έδαφος, ενώ είναι απαραίτητη η χορήγηση υγρού λιπάσματος μετά την ανθοφορία. Τέλος, οι της Ξιφίον καλλιεργούνται τόσο σε όχι πολύ εύφορα εδάφη, όσο και σε προσήλιες θέσεις.
Δυστυχώς, οι ίριδες προσβάλλονται από αρκετούς, ενδεχομένως, εχθρούς και ασθένειες. Οι νηματώδεις σκώληκες προκαλούν παραμόρφωση φύλλων και καθυστέρηση ανάπτυξης σε βολβούς και ριζώματα. Οι προνύμφες των νυκτόβιων λεπιδοπτέρων Noctua προσβάλλουν τα ριζώματα των γενειοφόρων προκαλώντας διαβρώσεις στο λαιμό του φυτού. Τα βολβώδη είδη, επίσης αποτελούν βορά των προνυμφών της μύγας του νάρκισσου, που εναποθέτει τα αυγά της στο λαιμό των φυτών. Επίσης, ζημιώνονται από αφίδες και σαλιγκάρια. Όταν φύλλα και λουλούδια ριζωματωδών φυτών, παρουσιάσουν χλωρωτικές γραμμές και κηλίδες, πιθανότατα οφείλονται στον ιό του μωσαϊκού της αραβίδας ή της αγγουριάς και προκαλούν ανάσχεση στην ανάπτυξη. Επίσης, μερικά είδη μπορούν να προσβληθούν από σκωρίαση, με την εκδήλωση μικρών καστανών φλυκταινών στα φύλλα. Ακόμα δύο ασθένειες είναι το πενικίλλιο και το σκληρώτιο. Το πρώτο προκαλείται από μύκητα που μεταδίδεται σε αποθηκευμένους βολβούς, σχηματίζοντας πράσινη ή πρασινο-γαλάζια μούχλα, και το δεύτερο μαραίνει τους βολβούς προσβάλλοντας το λαιμό των φυτών. Τέλος, σήψεις ριζωμάτων προκαλούνται από διάφορα άλλα παράσιτα.